Κοινοποίηση:

Το ποκίνημα ήταν η ώρα που λύνονταν τα σκοινιά και τα καΐκια έστρεφαν την πλώρη τους προς το ανοιχτό πέλαγος. Ήταν ολόκληρη εποχή για την Κάλυμνο. Άρχιζε πολύ πριν από το φευγιό, όταν οι ταρσανάδες γέμιζαν από χτυπήματα σφυριών, μυρωδιά πίσσας και φωνές καπεταναίων που γύρευαν να συμπληρώσουν το τσούρμο τους.

Στα καφενεία γίνονταν οι συμφωνίες. Δύτες, μηχανικοί, κολαουζέρηδες και ναύτες έδιναν τον λόγο τους για ένα ταξίδι που θα κρατούσε μήνες. Κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει τι θα έφερνε η θάλασσα. Σφουγγάρια και προκοπή ή αρρώστια, σακατιλίκι και θάνατο.

Στα σπίτια, οι γυναίκες ετοίμαζαν τα εφόδια. Παξιμάδι, λάδι, όσπρια, ελιές, καβουρμάς. Τρόφιμα λιγοστά και ανθεκτικά, για ανθρώπους που θα ζούσαν για καιρό μακριά από τη στεριά. Κάθε σακί και κάθε δέμα έκρυβε μέσα του μια ευχή: να χορτάσει ο άνθρωπός τους, να αντέξει και να γυρίσει.

Οι άνδρες έλεγχαν τα καΐκια και τα εργαλεία τους. Τα σχοινιά, τις αντλίες, τους σωλήνες του αέρα, τα βαρίδια και τη βαριά στολή του δύτη. Όλα έπρεπε να είναι γερά. Ένα μικρό λάθος, μια απροσεξία, μπορούσε να στοιχίσει μια ζωή στον βυθό.

Ύστερα ερχόταν η ώρα της ευλογίας. Οι σφουγγαράδες εξομολογούνταν, κοινωνούσαν και στέκονταν με σκυμμένο το κεφάλι μπροστά στον ιερέα. Το καΐκι αγιαζόταν. Οι μανάδες σταυροκοπιούνταν. Οι γυναίκες έκαναν τάματα και άναβαν τα καντήλια των αγίων, παραδίδοντας στη θεία προστασία εκείνους που δεν μπορούσαν οι ίδιες να προστατέψουν.

Και πριν από το μεγάλο φευγιό, γινόταν το γλέντι.

Οι λύρες οι τσαμπούνες και τα βιολιά έπαιζαν δυνατά, λες και μπορούσαν με τη μουσική να ξορκίσουν το κακό. Οι σφουγγαράδες χόρευαν, έπιναν και τραγουδούσαν. Γελούσαν πιο δυνατά απ’ όσο ένιωθαν. Οι γυναίκες τούς κοιτούσαν και κρατούσαν το δάκρυ πίσω από τα βλέφαρα, για να μη γίνει η λύπη τους κακό σημάδι.

Ώσπου έφτανε η ώρα.

Το λιμάνι γέμιζε κόσμο. Παιδιά σκαρφάλωναν όπου μπορούσαν για να βλέπουν τους πατεράδες τους. Γυναίκες κρατούσαν βρέφη στην αγκαλιά και προσπαθούσαν να αποτυπώσουν στη μνήμη το πρόσωπο του ανθρώπου τους. Γέροντες έδιναν συμβουλές, ενώ γνώριζαν πως μπροστά στη θάλασσα οι συμβουλές λίγο μετρούσαν.

Τα καΐκια ξεκινούσαν αργά.

Άσπρα μαντίλια ανέμιζαν από την προκυμαία. Φωνές, ευχές και ονόματα ακολουθούσαν τα πλεούμενα, μέχρι που ο άνεμος τα σκόρπιζε. Και καθώς τα καΐκια μίκραιναν στον ορίζοντα, τα άσπρα μαντίλια κατέβαιναν. Στο κεφάλι πολλών γυναικών ανέβαινε τότε το μαύρο, που θα έμενε εκεί ώσπου να επιστρέψει ο άνδρας τους.

Γιατί με το ποκίνημα δεν έφευγαν μονάχα οι σφουγγαράδες.

Έφευγε το δυνατότερο κομμάτι του νησιού. Έφευγαν οι πατεράδες, οι γιοι, οι σύζυγοι και οι αδελφοί. Πίσω έμεναν οι γυναίκες να κρατούν το σπίτι, να μεγαλώνουν τα παιδιά, να περιμένουν το γράμμα, το πακέτθο και το χαμπάρι.

Κάθε επιστροφή μικρού σκάφους από τα σφουγγαράδικα γεννούσε ελπίδα και τρόμο. Θα έφερνε γράμμα; Θα έφερνε χρήματα; Ή θα έφερνε την είδηση πως κάποιος έμεινε για πάντα στα ξένα νερά;

Αυτό ήταν το ποκίνημα της Καλύμνου: γιορτή και πένθος μαζί. Προσευχή, εργασία και αποχωρισμός. Μια ολόκληρη κοινωνία που συνόδευε τους ανθρώπους της μέχρι την άκρη της στεριάς και ύστερα έμενε να περιμένει.

Και ίσως γι’ αυτό η λέξη σώθηκε τόσο βαθιά μέσα στη μνήμη του νησιού. Γιατί δεν σήμαινε απλώς «φεύγω».

Σήμαινε ετοιμάζομαι, αποχαιρετώ, ελπίζω και φοβάμαι.

Σήμαινε πως η Κάλυμνος παρέδιδε τα παιδιά της στη θάλασσα και ζητούσε από τον Θεό να της τα επιστρέψει. Δ

Δημοτικό Καλύμνικο τραγούδι για το Ποκίνημα

Βάρκα μου μπογιατισμένη

Άιντε μ’, ήρτεν η ώρα του φευγιού
και του ’ποκινημάτου.

Άιντε, θάλασσα, θάλασσα βαρεί την άμμο,
σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μα τι να κάμω.

Άχι, φευγούσι απού την Κάλυμνο
οι βέργες του κλημάτου.

Άιντε, βάρκα μου, βάρκα μου μπογιατισμένη,
στα καπόνια κρεμασμένη.

Άχι, και πώς θα μπω στη βάρκα ντως,
μποτίλια με ποτήρι.

Βάρκα μου, βάρκα μου μπογιατισμένη,
με καραμπογιά βαμμένη.

Άχι, και την παρέα να κερνώ
και τον καραβοκύρη.

Θάλασσα βαρεί, θάλασσα βαρεί το κύμα,
σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, δεν είναι κρίμα;

Θάλασσα βαρεί, θάλασσα βαρεί την ξέρα,
σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μα ποιος το ξέρει.

Σακελλάρης Καμπούρης

εικονα Φ.Κοράλης

Κοινοποίηση: