Ένα ποίημα του Γιάννη Καλυδναίου, στη μνήμη των γονιών και του αδερφού του “που κείτονται στους βράχους της Καλύμνου”
«ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ» (Η Κάλυμνος είναι Γοργόνα)
Όταν ο Φοίβος Απόλλωνας
Στέκεται πάνω από τη Κάλυμνο
Ως ο Ήλιος φαίνει εν τη δυνάμει αυτού1
Η πέτρα της πυρώνει
Τα ελάχιστα γλυφά νερά της
Αφήνουν πίσω τους τ’ αλάτι
Και ορμούν στον ουρανό
Παίρνουν μαζί τ’ αρώματα
Της θυμαρίσιας κόμης της
Θυμίαμα στο Θεό της
Τότε, οι μέλισσες βουίζουν και άγχονται
Διεκδικούν το νέκταρ
Του άνθους του αθέριστου2
Και τρέχουν στα κουβάνια τους
Για να γενεί το θαύμα
Έπειτα, άντρες σκληροί
Γιοι του βράχου και της θάλασσας
Μαλλί ψαρό και χείλι αυλακωμένο
Κουρσεύουν τον παχύρρευστο χρυσό
Ο Φοίβος φεύγει κόκκινος
Κ’ η Κάλυμνος γλαρώνει
Τη κάψα τη Θεόσταλτη
Στο πέλαγος τη στέλνει
Κ΄ εκείνο σαν αντίδωρο
Της δίνει τη δροσιά του
Και ο εωρακός μεμαρτύρηκε3
Και ως εμεγαλύνθη τα έργα Σου4
Κύριε του Φωτός
Και ευλογημένη η κόρα του ψωμιού τ’ απόβραδο
Με δύο κόμπους μέλι
Γιάννης Καλύδναιος
(Στη μνήμη των γονιών και αδελφού μου, που κείτονται στους βράχους της Καλύμνου)
1,3,4: Ιερά βιβλία
2: Κάλβος: τα αθέριστα άνθη της Κάλυμνας. Εννοεί κυρίως το θυμάρι που βόσκει η καλυμνιά μέλισσα και παράγει το περίφημο από αιώνες θυμαρίσιο μέλι Καλύμνου (στην Ωδή εις Σάμον).











