Η Κάλυμνος δεν είναι νησί για να τη μετρήσεις σε μίλια.
Είναι τόπος που μετριέται σε ανάσες που κρατήθηκαν κάτω απ’ το νερό και σε ονόματα που ειπώθηκαν χαμηλόφωνα, σαν προσευχή, πριν από κάθε κατάδυση.
Είναι ένα κομμάτι γης που έμαθε νωρίς πως η ζωή δεν χαρίζεται, αλλά κατακτιέται,συχνά με τίμημα βαρύ, συχνά χωρίς επιστροφή.
Εδώ η πέτρα δεν είναι φόντο,είναι πρωταγωνίστρια.
Βγαίνει γυμνή, κάθετη, αλύγιστη, σαν να αρνείται την ευκολία του χώματος.
Στα βράχια της Καλύμνου δεν φυτρώνουν μόνο θυμάρια,αλισφακιές και φραγκόσυκα,φυτρώνει και η επιμονή.
Η ίδια επιμονή που έκανε τον άνθρωπο να κοιτάξει τη θάλασσα όχι σαν όριο,αλλά σαν δρόμο.Όχι σαν κίνδυνο,αλλά σαν μοίρα.
Η θάλασσα εδώ δεν είναι γαλάζια καρτ ποστάλ.
Είναι βαθιά, σκοτεινή, απαιτητική…έχει μνήμη.
Θυμάται σώματα που κατέβηκαν και δεν ξανανέβηκαν,θυμάται ακτές με άμμο να σκεπάζουν σώματα αγαπημένα,θυμάται σχοινιά που κόπηκαν, καϊκια που γύρισαν μισά.
Θυμάται τις γυναίκες στα υψώματα να μετρούν ώρες με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα, και τα παιδιά να μαθαίνουν από νωρίς πως η απουσία μπορεί να γίνει μόνιμος κάτοικος ενός σπιτιού.
Ο σφουγγαράς δεν ήταν απλώς επάγγελμα. Ήταν τελετουργία.
Ήταν συμφωνία με τον κίνδυνο, γραμμένη χωρίς υπογραφές.Το σώμα έμπαινε στο νερό σαν εργαλείο, αλλά γύριζε,αν γύριζε σαν μαρτυρία. Κάθε κατάδυση άφηνε ίχνη στα πνευμόνια, στα κόκαλα, στη σιωπή και όμως, ξανά και ξανά, οι ίδιοι άνθρωποι φορούσαν τη στολή, έδεναν το μολύβι, έκαναν τον σταυρό τους και χάνονταν στο βάθος. Όχι από άγνοια,αλλά από ανάγκη. Όχι από ηρωισμό, αλλά από καθαρή επιβίωση.
Η Κάλυμνος έμαθε να θρηνεί χωρίς κραυγές. Ο θρήνος της είναι χαμηλός, σχεδόν ντροπαλός.
Τον βρίσκεις στις μαυροφορεμένες φιγούρες των παλιών φωτογραφιών,στα μαύρα μαντίλια που δεν έβγαιναν ποτέ,στα τραπέζια όπου πάντα υπήρχε μιά επιπλέον άδεια καρέκλα.
Τον βρίσκεις και στη γλώσσα,στις λέξεις που κουβαλούν αλάτι, κόπο και απώλεια. Λέξεις λιτές, κοφτές, σαν να μην περισσεύει τίποτα,ούτε χρόνος, ούτε συναίσθημα…και όμως, μέσα σε αυτόν τον θρήνο, το νησί δεν λύγισε. Δεν έγινε μνημείο πόνου. Έμεινε ζωντανό, πεισματικά ζωντανό.
Στα καλντερίμια ακούστηκε γέλιο, στα πανηγύρια στήθηκαν χοροί, στα καϊκια τραγουδήθηκαν σκοποί που ήξεραν να κρατούν τον ρυθμό της καρδιάς. Η ζωή δεν νίκησε τον θάνατο,συνυπήρξε μαζί του…και αυτή η συνύπαρξη γέννησε χαρακτήρα.
Σήμερα, όποιος περπατά στην Κάλυμνο μπορεί να μη δει αμέσως τον παλιό της πόνο,γιατί,τα σπίτια ασπρίστηκαν, τα λιμάνια ησύχασαν, οι στολές κρεμάστηκαν,αλλά αν σταθείς λίγο παραπάνω, αν αφήσεις τον τόπο να σου μιλήσει με τον δικό του αργό ρυθμό,θα τον ακούσεις. Στο φύσημα του ανέμου ανάμεσα στα βράχια,στο τρίξιμο ενός παλιού ξύλινου σκαριού.στο βλέμμα ενός γέροντα που κοιτά τη θάλασσα χωρίς να την κοιτά.
Αυτός ο τόπος δεν ζητά εξιδανίκευση. Δεν θέλει να τον πεις «όμορφο» με την εύκολη έννοια. Θέλει να τον αναγνωρίσεις.
Να καταλάβεις πως η πέτρα του είναι μνήμη, πως το αλάτι του είναι δάκρυ, πως η σιωπή του είναι λόγος ολοκληρωμένος.
Η Κάλυμνος είναι ύμνος όχι γιατί τραγουδά δυνατά, αλλά γιατί άντεξε…και συνεχίζει.
Ένα νησί που έμαθε να κατεβαίνει στα βάθη και να επιστρέφει,έστω και λαβωμένο. Ένα νησί που δεν ξέχασε ποτέ ποιό ήταν, ακόμα και όταν ο κόσμος γύρω του άλλαζε.
Ένα νησί σφουγγαράδων, πέτρας και παλιού θρήνου, που στέκει ακόμη,ως ζωντανή μαρτυρία του ανθρώπου απέναντι στο αδυσώπητο.
Σακελλαρης Καμπουρης
η εικόνα φτιάχτηκε με τη βοήθεια του φίλου Φ.Κοράλη(ψευδώνυμο).



