Κοινοποίηση:

Νοσταλγική μουσική και αγαπημένα και όχι ξεχασμένα τραγούδια, στο κατάμεστο ανοικτό θέατρο Χώρας, κυριάρχησαν στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο Δήμος Καλυμνίων, με το συγκρότημα της Καίτης Κουλλιά να συνεπαίρνει το κοινό, που συνόδευσε στα τραγούδια των δεκαετιών του 60 και 70.

Σε έναν ιδιαίτερο χώρο, στο ανοικτό θέατρο στο Χωριό, κάτω από το επιβλητικό Μεγάλο Κάστρο, μια όμορφη μουσική βραδιά, χάρισε μοναδικές στιγμές στους δεκάδες θεατές, που αποζημιώθηκαν για την ζεστή αυγουστιάτικη νύχτα, από τις νοσταλγικές μελωδίες, που συνόδευσε η Κάιτη Κουλλιά με την ιδιαίτερή της φωνή και οι συνεργάτες της. Μελωδίες που βγήκαν από τη μνήμη όλων και συνόδευσαν και τα αφηγηματικά δρώμενα που στόχο είχαν να παραπέμψουν σε “αλλοτινές εποχές” στο Χωριό, που έσφιζε από ζωή και δραστηριότητα.

Ήταν μια βραδιά, που επιμελήθηκε ο Μάρκος Σκόρδος, την οποία απόλαυσαν όλοι, όσοι είχαν γεμίσει ασφυκτικά, στην κυριολεξία, το αμφιθέατρο του ανοικτού θεάτρου στο Χωριό, με το μουσικό πρόγραμμα και τα αφηγηματικά μέρη, που έγραψε η Νίνα Γεωργιάδου και παρουσίασαν άψογα έμπειρα μέλη, με μεγάλη θεατρική εμεπιρία, να τους συνεπάιρνουν, να τραγουδούν και στο τέλος να επιδίδονται σε χορούς, που όντως παρέπεμπαν σε εποχές ξεχασμένες, αλλά φυλαγμένες καλά, στο βιωματικό απόθεμα όσων έζησαν εκ του σύνεγγυς αυτές τις εποχές.

Επιχειρήθηκε μια αναδρομή και προσέγγιση της ατμόσφαιρας των δεκαετιών του ’60 και του ’70, με αναφορές στην περιοχή «Σκάφη» του Χωριού της Καλύμνου, μέσα από τραγούδια και αφηγηματικά αποσπάσματα.

Πιστεύουμε πως πρέπει να αναφερθεί, ότι η Σκάφη, τότε, αποτελούσε έναν κόσμο στο περιθώριο της επίσημης κοινωνίας· μια γειτονιά σμιλεμένη από τη φτώχεια, την ανισότητα και την καθημερινή πάλη για το μεροκάματο και όλα αυτά σε μια εποχή που η Χούντα επέβαλλε την πιο σκληρή αστυνόμευση και “έκλεινε τα μάτια” πολλές φορές σε όσα διαδραματίζονταν σ’ αυτή την γωνιά του νησιού. Εκεί σύχναζαν μεροκαματιάρηδες, σφουγγαράδες και κυρίως οικοδόμοι που δούλευαν ατέλειωτες ώρες στα γιαπιά, με χαμηλά μεροκάματα και πιο δίπλα άνθρωποι μικροπαραβατικοί, μάγκες που έλυναν τις διαφορές τους με τον καβγά, αλλά και γυναίκες που αψηφούσαν τους άγραφους κώδικες της «σεμνότητας» μιας συντηρητικής κοινωνίας του νησιού.

Περνούσαν τη βραδιά στα καφενεία που ήταν σε όλη την περίμετρο της πλατείας, με μια “τσαρδέλα” κονσέρβας και λίγο ψιλοκομμένο κρεμύδι και ένα ποτήρι ρετσίνα. Βραδιές που μπορούσαν να εξελιχτούν σε ολονύχτια γλέντια, με τους ήχους από τα τραγούδια του Καζαντζίδη, ντουέτο τότε με την Μαρινέλα, του Περπινιάδη, του Αγγελόπουλου, του Διονυσίου, του Ζαγοραίου, του Ζαμπέτα, του Μιχαλόπουλου, του Πάνου Γαβαλά, πολύ αργότερα του Μητροπάνου και όλων αυτών, που έβγαιναν οι φωνές τους μέσα από τα 45αρια των τζουκ μποξ, τα οποία έπαιζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, ίσως και μέχρι το άλλο πρωί, με αντίτιμο μια “τρυπητή” ή αργότερα ένα πενηνταράκι.

Ήταν πράγματι πολύ δύσκολο, ακόμα και για όσους δεν σύχναζαν στην Σκάφη και ήταν από τους γύρω μαχαλάδες του Χωριού, να κατανοήσουν τους κώδικες, την κοινωνική δομή και λειτουργία αυτής της περιοχής, πολλώ μάλλον οι μικροαστοί της πρωτεύουσας, που ενίοτε επιχειρούσαν να τα προσεγγίζουν μέσα από “χαλαρές” κοινωνιολογικές ή συναισθηματικού περιεχομένου αναλύσεις, χωρίς όμως μια “επακούμβηση”, έστω, της πραγματικότητας.

YouTube

By loading the video, you agree to YouTube’s privacy policy.
Learn more

Load video

YouTube

By loading the video, you agree to YouTube’s privacy policy.
Learn more

Load video

Κοινοποίηση: